ἀτρύγετος

ἀτρύγετος
Grammatical information: adj.
Meaning: uncertain (Il.)
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [00] *trug- `dry'
Etymology: Of the sea (of the ether). In antiquity seen as `un-fruitful', to τρυγάω, but the formation of the word seems impossible. But by Hdn. Gr. 2, 284 as `never worn out, unresting' to τρύω ("παρὰ τὸ τρύειν πλεονασμῳ̃"); thus Wecklein MünchAkSb 1911 : 3, 27, but the remains unexplained. - Brandenstein PhilWoch. 56, 62f. connects τρύξ `ungegorener, trüber Wein' as `nicht getrübt, rein, abgeklärt'; it seems to fit ether (where it will be secondary) better than the sea. Leukart, FS Risch: ἀ- intens. and τρύζω, as `strongly murmuring'. Vine, Aeol. ὄρπετον, IBS Vortr. 71, 1998, 62 - 64 proposes *n̥-trug-eto- `un-dry-able', cf. ἔτρυγεν ἐξηράνθη and τρυγητός = ξηρασία; quite possible. - Pelasgian theories are worthless.
Page in Frisk: 1,181-182

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ατρύγετος — ἀτρύγετος, ον (Α) 1. άκαρπος, άγονος 2. ακαταπόνητος 3. λαμπρός, καθαρός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, ήδη αρχαία, ο τ. ατρύγετος < α στερ. + τρυγάω, ώ και σημαίνει «άκαρπος, άγονος», ενώ, κατ άλλους, συνδέεται με το τρύω και… …   Dictionary of Greek

  • ἀτρύγετος — unharvested masc nom sg ἀτρύγετος unharvested masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρύγετον — ἀτρύγετος unharvested masc acc sg ἀτρύγετος unharvested neut nom/voc/acc sg ἀτρύγετος unharvested masc/fem acc sg ἀτρύγετος unharvested neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρυγέτοιο — ἀτρύγετος unharvested masc/neut gen sg (epic) ἀτρύγετος unharvested masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρυγέτοισι — ἀτρύγετος unharvested masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀτρύγετος unharvested masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρυγέτου — ἀτρύγετος unharvested masc/neut gen sg ἀτρύγετος unharvested masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρυγέτῳ — ἀτρύγετος unharvested masc/neut dat sg ἀτρύγετος unharvested masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρύγετα — ἀτρύγετος unharvested neut nom/voc/acc pl ἀτρύγετος unharvested neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρύγετοι — ἀτρύγετος unharvested masc nom/voc pl ἀτρύγετος unharvested masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρυγέτης — ἀτρύγετος unharvested fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρυγέτας — ἀτρυγέτᾱς , ἀτρύγετος unharvested fem acc pl ἀτρυγέτᾱς , ἀτρύγετος unharvested fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.